Πήτερ Χίνσεν: «Η Silicon Valley έχει τελειώσει»

Πήτερ Χίνσεν. Ειδικός σε θέματα ριζικής καινοτομίας, ηγεσίας, καθώς και σε θέματα που αφορούν στις επιπτώσεις από τον ψηφιακό κόσμο.

Μέχρι σήμερα εξέδωσε τέσσερα βιβλία, δημιούργησε start up εταιρείες, οι οποίες πωλήθηκαν σε κολοσσούς τεχνολογίας, μοιράζεται τις γνώσεις του με τους φοιτητές στο MIT και το London Business School, ενώ δηλώνει εργασιομανής. Ο Πήτερ Χίνσεν διατηρεί μια θέση στο Διοικητικό Συμβούλιο εταιρείας Μέσων Ενημέρωσης στο Βέλγιο, ενθουσιάζεται με τις νέες τεχνολογίες, είναι παθιασμένος με το αντικείμενό του και πιστεύει ότι το πρώτο του βιβλίο ήταν ένα λάθος. Συναντηθήκαμε στο πλαίσιο του Life Changing Ideas. Εκεί βρέθηκε, για να μιλήσει για το έργο του και το τελευταίο του βιβλίο «The day after tomorrow».

Όπως μας είπε, ασχολήθηκε με τις start up εταιρείες σχεδόν κατά λάθος, αφού, όπως υποστηρίζει, στάθηκε τυχερός χρονικά. Ολοκληρώνοντας τις σπουδές του το 1993 στον κλάδο του Engineering, 2 χρόνια μετά, το 1995, το παγκόσμιο δίκτυο άρχισε να ανθίζει και σκέφτηκε ότι είναι αρκετά νέος και ότι «υπήρχε κάτι εκεί». Έτσι άδραξε την ευκαιρία και από τότε, όπως υποστηρίζει, δεν βρήκε ποτέ μια φυσιολογική δουλειά.  

Της Μόνικας Κουρουφέξη Χατζηχάννα

Η ΕΝΑΣΧΟΛΗΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΙΣ START-UPS

Η πρώτη Start up εταιρεία που δημιούργησε, όπως μας είπε, ήταν μια πραγματικά εύκολη διαδικασία, ενώ η δεύτερη ήταν δύσκολη. Η πρώτη αφορούσε το content management. Όπως μας εξήγησε, εκείνο το διάστημα το παγκόσμιο δίκτυο ήταν σε έξαρση με όλα τα δεδομένα να ακολουθούν μια τρελή πορεία. Μετά από 5 χρόνια η εταιρεία πωλήθηκε στον τεχνολογικό κολοσσό Alcatel. Τονίζει ότι μετά την πώληση συνειδητοποίησε πόσο δύσκολο είναι το παιχνίδι, όταν πουλάς μια μικρή start up εταιρεία σε μια μεγάλη εταιρεία. Η Start up του Πήτερ Χίνσεν εργοδοτούσε 200 άτομα και πωλήθηκε στην Alcatel που τότε εργοδοτούσε 2 χιλιάδες άτομα.

Η δεύτερη Start up αφορούσε τη διαδραστική τηλεόραση και το streaming video και δημιουργήθηκε τέσσερα χρόνια πριν από την εμφάνιση του YouTube. Τελικά, πωλήθηκε στην Vodafone. «Το timing μας ήταν εντελώς λάθος», τονίζει. «Είχαμε τη σωστή ιδέα, αλλά δεν είχαμε τεχνολογία, πελάτες, ευρυζωνικότητα».

Η τρίτη εταιρεία ήταν η πρώτη που ασχολήθηκε με επιχειρηματικά επενδυτικά κεφάλαια. Η συγκεκριμένη Start up τελικά το 2006 εισήχθη στο χρηματιστήριο και έγινε δημόσια εταιρεία, συνεχίζοντας να λειτουργεί έτσι μέχρι το 2010, όταν και πωλήθηκε σε μια καναδέζικη ανταγωνιστική εταιρεία, τρεις φορές το μέγεθος της Start up. Η αγοράστρια εταιρεία είναι εισηγμένη στον Nasdaq, έχοντας έτσι πρόσβαση σε μεγαλύτερα κεφάλαια απ’ ό,τι είχε ο Πήτερ Χίνσεν.

«ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΕΘΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ…»

Όλα αυτά συνέβησαν πριν από περίπου 20 χρόνια. 20 χρόνια σκληρής δουλειάς, μέρα και νύχτα, με πολύ έντονους ρυθμούς, όπως μας είπε. «Είναι κάτι σαν εθισμός στα ναρκωτικά. Δεν μπορείς να το ξεφορτωθείς. Μέχρι σήμερα μου λείπει πολύ».

Με μειδίαμα στα χείλη μάς είπε ότι, όταν ανακοίνωσε στην οικογένειά του την απόφασή του να ασχοληθεί με κάτι άλλο, του είπαν ότι τόσα χρόνια ξόδεψε περισσότερο χρόνο με τις νεοφυείς εταιρείες του παρά με την οικογένειά του. Μάλλον είχαν δίκαιο.

Κάπως έτσι, αποφάσισε να αλλάξει ολοκληρωτικά τη ζωή του. Όπως παραδέχθηκε, συνεχίζει να περνά πολύ χρόνο με τις νεοφυείς εταιρείες λόγω της ανάγκης του να είναι κοντά στην τεχνολογία, να έχει τριβή. Με αυτόν τον τρόπο έχει πλεονέκτημα ως επενδυτής που είναι. Απολαμβάνει, παράλληλα, το γεγονός ότι σήμερα μπορεί να αφιερώνει χρόνο στον εαυτό του για ξεκούραση, τη στιγμή που οι άλλοι πρέπει να ανησυχούν και να δουλεύουν μέρα και νύχτα. Μας εξηγεί πόσο συναρπαστικό είναι να βλέπει και τις δυο πλευρές, εξηγώντας ότι η ειρωνεία τώρα είναι ότι πολλές εταιρείες θέλουν να είναι όσο γρήγορες είναι οι start ups.

Ο ίδιος ξοδεύει τον χρόνο του με πολύ μικρές ομάδες ανθρώπων που προσπαθούν να κάνουν κάποια τρελά πράγματα. Επίσης, έχει τον χρόνο, για να ασχοληθεί με τράπεζες, με ασφαλιστικές εταιρείες, με εταιρείες λιανικής πώλησης. Εταιρείες που προσπαθούν να ξαναδημιουργήσουν προϊόντα και υπηρεσίες. Αυτήν την ισορροπία τη θεωρεί πολύ ενδιαφέρουσα.

«THE NEW NORMAL»

«Το δεύτερό μου βιβλίο, που ονομάζεται “The New Normal”, πραγματεύεται το τι γίνεται, όταν η τεχνολογία γίνεται φυσιολογική. Πριν από δέκα χρόνια, εάν έλεγες σε κάποιον ότι σε 10 χρόνια θα αγγίζεις την οθόνη του κινητού σου και θα μπορείς να ενωθείς με οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, θα σου έλεγαν ότι είσαι τρελός. Και τώρα αν φύγουμε από το σπίτι μας χωρίς το κινητό, πάμε πίσω να το πάρουμε, γιατί νιώθουμε χαμένοι χωρίς αυτό. Οπότε νιώθω ότι ζούμε σε μια εποχή που ο κόσμος πιστεύει ότι αυτό είναι το φυσιολογικό. Τι θα δούμε στα επόμενα 10 χρόνια; Τεράστια εξέλιξη στην τεχνολογία. Θα δούμε αυτοματοποίηση και ρομπότ».

Πιστεύει ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να διευρύνουν τον ορίζοντά τους, για να μπορέσουν να ακολουθήσουν τις εξελίξεις στον τομέα της τεχνολογίας. Πιστεύει, επίσης, ακράδαντα ότι, εάν συνεχίσεις να κοιτάς το αύριο με τις γνώσεις που έχεις σήμερα, θα μείνεις πολύ πίσω.

Την ίδια ώρα τονίζει ότι το πιο αργό, κινούμενο μέρος του συστήματος που έχουμε είναι οι κυβερνητικοί μηχανισμοί και για να αλλάξει αυτό θα πρέπει να επανεξετάσουμε τον τρόπο και το περιεχόμενο που διδάσκεται ο κόσμος. Παράλληλα, πιστεύει και αναμένει ότι τον 21ο αιώνα θα δούμε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα.

Τον ρωτήσαμε τι πρέπει να κάνουν οι εταιρείες, για να επιβιώσουν από όλη αυτή τη ριζική καινοτομία. Η απάντηση του απλή: Οι εταιρείες πρέπει να κατανοήσουν ότι όλο αυτό που γίνεται είναι αληθινό. Πρέπει, επίσης, να παραμένουν ενήμερες για το τι συμβαίνει και να βρουν τρόπο να είναι σε επαφή με όλα αυτά τα καινούργια πράγματα. Από μια άλλη οπτική μάς είπε ότι τα μέλη ενός Διοικητικού Συμβουλίου είναι ηλικιωμένοι άντρες με άσπρα μαλλιά. Κατά την άποψή του αυτό πρέπει να αλλάξει, αφού αυτοί οι άντρες είναι πολύ μακριά από τον κόσμο της τεχνολογίας.

Όσον αφορά στους IT θεωρεί ότι είναι οι χειρότεροι άνθρωποι σε κατανόηση νέων τεχνολογιών σε μια εταιρεία, ενώ θα έπρεπε, όπως είπε χαρακτηριστικά, να είναι οι rock stars της εταιρείας και αυτό ακριβώς πραγματεύεται το πρώτο του βιβλίο, «Business/IT Fusion».

«H SILICON VALLEY ΕΧΑΣΕ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ»

Ο Πήτερ Χίνσεν άρχισε τις σπουδές του στο Βέλγιο, όπου σπούδασε electrical engineering. Σήμερα, διδάσκει στο London Business School και στο MIT. «Το London Business School είναι ένα διεθνές πανεπιστήμιο υψηλού επιπέδου γεμάτο οικονομολόγους και αυτό είναι μαγικό», μάς είπε. «Στο ΜΙΤ είναι εντελώς διαφορετικά τα πράγματα. Εκεί νιώθεις τη δημιουργικότητα και την τεχνολογία να ενώνονται. Από εκεί βγαίνουν οι καλύτεροι φοιτητές. Οι περισσότεροι είναι Ασιάτες και κυρίως Κινέζοι. Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, επειδή μέχρι πριν από 3 χρόνια οι καλύτεροι Κινέζοι φοιτητές, όταν ολοκλήρωναν τις σπουδές τους, πήγαιναν στην Καλιφόρνια και τη Silicon Valley και τώρα όλοι επιστρέφουν πίσω στην Κίνα».

Όπως μας εξήγησε, η Κίνα αυτήν τη στιγμή είναι το πιο σημαντικό τεχνολογικό κέντρο στον κόσμο. Έχει τις πιο ενδιαφέρουσες τεχνολογικές εταιρείες, έχει την πιο ενδιαφέρουσα πρωτεύουσα του κόσμου, για να δημιουργήσει κάποιος μια start up εταιρεία. «Η Silicon Valley έχασε το παιχνίδι τα τελευταία 3 χρόνια. Η Κίνα είναι η χώρα, στην οποία πρέπει να είσαι, όσον αφορά στην τεχνολογία», αναφέρει.

Σήμερα, ο Πήτερ Χίνσεν έχει τη δική του εταιρεία, την Nexxworks, η οποία βοηθά τους οργανισμούς να είναι σε συνεχή εγρήγορση σχετικά με τις εξελίξεις στον τεχνολογικό κλάδο.

Στο τέλος της συνέντευξης τον ρωτήσαμε εάν έχει ελεύθερο χρόνο. Η απάντησή του είναι αφοπλιστική: «Αφού έκανα το λάθος και δεν έγινα καθηγητής Ιστορίας, για να μη δουλεύω κάθε Ιούλιο και Αύγουστο, αποφάσισα ότι όποτε τα παιδιά μου έχουν σχολικές διακοπές, θα έχω και εγώ!». Και όταν είναι σε διακοπές, ο Πήτερ Χίνσεν κλείνει τα τηλέφωνά του, δεν διαβάζει τα emails του και δεν απαντά σε μηνύματα.

Τα βιβλία του

2009 - «Business/IT»

2011 - «The new normal: Explore the limits of the digital world»

2015 - «The network always wins: how to influence customers, stay relevant, and transform your organization to move faster than the market»

2017 - «The day after tomorrow: How to survive in times of radical innovation»